H φρουκτοζαμίνη ως δείκτης παρακολούθησης του σακχάρου

O σακχαρώδης διαβήτης (Σ∆) αναγνωρίζεται παγκοσμίως ως μία σοβαρή πάθηση με αυξανόμενη συχνότητα εμφάνισης.Το 2025 ο αριθμός των ενηλίκων ατόμων με διαβήτη παγκοσμίως θα έχει φθάσει τα 380 εκατομμύρια, με διαγνωσμένο Σ∆2 σε νεαρότερη ηλικία απ’ ότι σήμερα. Στην Ελλάδα το 2030 ο αριθμός των ατόμων με διαβήτη θα είναι περίπου 1.077.000. Η συχνή μέτρηση της γλυκόζης στο τριχοειδικό αίμα αποτελεί βασικό στοιχείο στην προσπάθεια ρύθμισης του σακχαρώδη διαβήτη. ∆εν παύει όμως να έχει το μειονέκτημα της στιγμιαίας εκτίμησης γιατί, όπως είναι γνωστό, τα επίπεδα του σακχάρου κυμαίνονται ευρέως στη διάρκεια του 24ώρου. Το πρόβλημα αυτό ήλθε να καλύψει η διαπίστωση ότι η γλυκόζη αίματος συνδέεται με διάφορες πρωτεΐνες ανάλογα με τα επίπεδα της. Το χημικό αυτό φαινόμενο το ονομάζουμε γλυκοζυλίωση.

Η αιμοσφαιρίνη είναι μια από τις πρωτεΐνες του αίματος που συνδέεται με τη γλυκόζη και επειδή το μόριο της παραμένει στην κυκλοφορία σχεδόν 3 μήνες, χρησιμοποιείται σήμερα για την εκτίμηση της ρύθμισης του σακχάρου το τρίμηνο που προηγείται της μέτρησης. Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης δεν εκφράζει αξιόπιστα τις 24ωρες διακυμάνσεις της γλυκόζης, για αυτό αναζητήθηκαν άλλοι δείκτες μεταξύ των οποίων είναι η φρουκτοζαμίνη.

ΦΡΟΥΚΤΟΖΑΜΙΝΗ

Η φρουκτοζαμίνη στον ορό αίματος σχηματίζεται από την γλυκοζυλίωση των πρωτεϊνών σε αυτό. Ο βαθμός σύνδεσης ή γλυκοζυλίωσης είναι ανάλογος με τα επίπεδα του σακχάρου (γλυκόζης) στο αίμα κατά τη διάρκεια της παραμονής των μορίων των πρωτεϊνών στην κυκλοφορία. Η λευκωματίνη, ή αλβουμίνη, είναι η αφθονότερη πρωτεΐνη στην κυκλοφορία και τυπικά ευθύνεται για το 80% της ποσότητας της φρουκτοζαμίνης.

Επειδή η διάρκεια παραμονής στην κυκλοφορία ενός νέου μορίου λευκωματίνης είναι 14 – 21 ημέρες, η τιμή της φρουκτοζαμίνης στο αίμα αντανακλά την μέση τιμή των μεταβολών του σακχάρου τις 2 – 3 προηγούμενες εβδομάδες. Οι τιμές της φρουκτοζαμίνης επηρεάζονται από τα επίπεδα της λευκωματίνης στην κυκλοφορία. Οι φυσιολογικές τιμές κυμαίνονται μεταξύ 200 και 285 μmol/L όταν οι τιμές της λευκωματίνης στο αίμα είναι 5 γρ/100 κ. εκ. Η ελάττωση των επιπέδων της λευκωματίνης συνοδεύεται από ελάττωση των επιπέδων της φρουκτοζαμίνης.

ΠΡΟΣ∆ΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΡΟΥΚΤΟΖΑΜΙΝΗ

Σ Η φρουκτοζαμίνη προσδιορίζεται στον ορό αίματος αλλά μπορεί να μετρηθεί και σε πλάσμα με χρήση των αντιπηκτικών Κ2-EDTA ή ηπαρίνης. Η παρουσία αιμόλυσης επηρεάζει τη μέτρηση δίνοντας ψευδώς υψηλότερες τιμές, για αυτό και δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται τέτοια δείγματα. Η φρουκτοζαμίνη είναι σταθερή στον ορό ή το πλάσμα 7 ημέρες σε συνηθισμένη θερμοκρασία, 2 εβδομάδες στους 4 βαθμούς και 30 ημέρες στην κατάψυξη.

ΣΧΕΣΗ ΦΡΟΥΚΤΟΖΑΜΙΝΗΣ ΚΑΙ ΓΛΥΚΟΖΥΛΙΩΜΕΝΗΣ ΑΙΜΟΣΦΑΙΡΙΝΗΣ

Μεταξύ της φρουκτοζαμίνης και της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης υπάρχει ισχυρή συσχέτιση. Ο ακόλουθος μαθηματικός τύπος δείχνει αυτή τη σχέση.

» HbA1c = 0,017 X φρουκτοζαμίνη (μmol/L) + 1,61

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΕ∆ΩΝ ΤΗΣ ΦΡΟΥΚΤΟΖΑΜΙΝΗ

Σ Τα επίπεδα της φρουκτοζαμίνης στο αίμα χρησιμεύουν όπως και η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη για την παρακολούθηση της ρύθμισης του σακχάρου σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη. Τα επίπεδα της φρουκτοζαμίνης δείχνουν τα μέσα επίπεδα των διακυμάνσεων της γλυκόζης αίματος της τελευταίες δύο έως τρείς εβδομάδες. Όσο υψηλότερα είναι τα επίπεδα της φρουκτοζαμίνης τόσο μη ικανοποιητική είναι η ρύθμιση του σακχάρου. Αντίστοιχα, η ελάττωση της φρουκτοζαμίνης σε σχέση με προηγούμενη τιμή υποδηλώνει βελτίωση της υπεργλυκαιμίας. Επειδή τα επίπεδα της φρουκτοζαμίνης σε άτομα με καλά ρυθμισμένο σακχαρώδη διαβήτη μπορεί να μην διαφέρουν από τα επίπεδα της φρουκτοζαμίνης σε φυσιολογικά άτομα, η μέτρηση της δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη διάγνωση του διαβήτη.

Όλες οι περιπτώσεις που συνοδεύονται από αλλαγές στην παραγωγή και τη συγκέντρωση της λευκωματίνης στο αίμα μπορούν να επηρεάσουν την αξιοπιστία της μέτρησης της φρουκτοζαμίνης. Τέτοιες καταστάσεις είναι :
» Νοσήματα του ήπατος (π.χ. κίρρωση)
» Νεφρωσικό σύνδρομο (απώλεια πρωτεϊνών από τους νεφρούς στα ούρα)
» Νοσήματα του θυρεοειδούς
» Παθολογικές καταστάσεις που συνοδεύονται από αύξηση των σφαιρινών (παραπρωτεϊναιμία) Τα αυξημένα επίπεδα του ασκορβικού οξέος (βιταμίνη C) στο αίμα επηρεάζουν τη μέτρηση της φρουκτοζαμίνης. Οι εξεταζόμενοι πρέπει να σταματήσουν τη λήψη ασκορβικού οξέος τουλάχιστον 48 ώρες πριν την αιμοληψία.

ΕΝ∆ΕΙΞΕΙΣ / ΕΦΑΡΜΟΓΗ

Στην πράξη, ο προσδιορισμός της φρουκτοζαμίνης χρησιμοποιείται σπάνια για την εκτίμηση της ρύθμισης της γλυκόζης γιατί προτιμάται ο προσδιορισμός του σακχάρου και της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης.

Η διάρκεια παραμονής στην κυκλοφορία των ερυθρών αιμοσφαιρίων, και συνεπώς της αιμοσφαιρίνης, είναι σαφώς μεγαλύτερη από εκείνη της λευκωματίνης (περίπου 120 ημέρες), και συνεπώς η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη εκφράζει το μέσο επίπεδο της γλυκόζης για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις ενδείκνυται ο προσδιορισμός της φρουκτοζαμίνης. Το κύριο πλεονέκτημα του προσδιορισμού της είναι ότι μπορεί να ανιχνεύσει μεταβολές της υπεργλυκαιμίας σε μικρότερα χρονικά διαστήματα (εντός ολίγων εβδομάδων). Επίσης, η φρουκτοζαμίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μέτρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης είναι αναξιόπιστη. Ο προσδιορισμός της φρουκτοζαμίνης ενδείκνυται για τον έλεγχο της ρύθμισης της γλυκόζης στις παρακάτω καταστάσεις.

» Όταν σκοπός είναι να εκτιμηθούν μεταβολές της ρύθμισης της γλυκόζης μετά από εφαρμογή δίαιτας, άσκησης ή φαρμακευτικής αγωγής για διάστημα μικρότερο των 6 εβδομάδων
» Όταν σκοπός είναι να εκτιμηθεί η ρύθμιση της γλυκόζης σε συγκεκριμένο βραχύ χρονικό διάστημα, όπως π.χ. σε μια γυναίκα με σακχαρώδη διαβήτη κατά τον χρόνο σύλληψης.
» Όταν η μέτρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης είναι αναξιόπιστη, όπως στις περιπτώσεις αιμοσφαιρινοπαθειών, αιμολυτικής αναιμίας, ή πρόσφατης απώλειας αίματος.


Τεύχος 47 σελίδα 42 Πατήστε εδώ

Related Post