Ο όρκος του Ιπποκράτη επί της ουσίας

Ο γιατρός τηρεί τον όρκο του Ιπποκράτη, ασκεί το έργο του σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και πρέπει, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, να αποφεύγει κάθε πράξη ή παράλειψη, η οποία μπορεί να βλάψει την τιμή και την αξιοπρέπεια του γιατρού και να κλονίσει την πίστη του κοινού προς το ιατρικό επάγγελμα. Οφείλει, επίσης, να διατηρεί σε υψηλό επίπεδο την επαγγελματική του συμπεριφορά, ώστε να καταξιώνεται στη συνείδηση του κοινωνικού συνόλου και να προάγει το κύρος και την αξιοπιστία του ιατρικού σώματος. Ο ιατρός πρέπει να επιδεικνύει τη συμπεριφορά αυτή όχι μόνον κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, αλλά και στο πλαίσιο της γενικότερης κοινωνικής έκφανσης της προσωπικότητάς του


Άρθρο 2. Η άσκηση της ιατρικής ως λειτούργημα.ΝΟΜΟΣ 3418 Φ.Ε.Κ. Α΄287/28-11-2005. ΚΩΔΙΚΑΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

Ερέθισμα για το συγκεκριμένο άρθρο στάθηκε η αναφορά σε ένα εξαίσιο λογοτεχνικό βιβλίο, στο «Ιμαρέτ», στους κομπογιαννίτες και την «τέχνη» τους1 . Αναρωτήθηκα λοιπόν και έψαξα να βρω στοιχεία για τον ευρέως αποδιδόμενο, κυρίως στους κακούς λειτουργούς της ιατρικής, χαρακτηρισμό.

Στο Ζαγόρι της Ηπείρου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήκμασαν διάσημοι πρακτικοί γιατροί, γνωστοί με το όνομα Βικογιατροί ή Κομπογιαννίτες, αλλά και Ματσουκάδες (από το μπαστούνι, τη ράβδο ή το ματσούκι). Ήθελαν να θεωρούνται απόγονοι των αρχαίων Ασκληπιάδων, αφού σύμφωνα με τη μυθολογία ο Μαχάων, γιος του Ασκληπιού, γεννήθηκε στην Πίνδο. Δεδομένου ότι χρησιμοποιούσαν άνθη, φύλλα και κοτσάνια από βότανα, που μάζευαν ως επί το πλείστον από το φαράγγι του Βίκου, ονομάστηκαν και Βικογιατροί (Βίκος + γιατρός). Ως προς την ετυμολογία του ονόματος Κομπογιαννίτες υπάρχουν διάφορες ερμηνείες. Επειδή θεράπευαν τους αρρώστους με ρίζες (κόμπους), η πρώτη εκδοχή για την ετυμολογία του Κομπογιαννίτης προέρχεται από το: κόμπος + έγιανα.

Άλλη εκδοχή θέλει το όνομα να συνδέεται με το γεγονός ότι οι γιατροί από τα Γιάννενα μετέφεραν τα βότανα σε κόμπους στο μαντήλι τους. Πιθανή είναι και η εκδοχή το Kομπογιαννίτης να σημαίνει ψευτογιατρός, αγυρτογιατρός, προερχόμενο από το αοριστικό θέμα γιάν+ω του γιαίνω (γιατρεύω) και με πρώτο συνθετικό το μεσαιωνικό κομβώνω (ξεγελώ) («πάτησε πολλούς και εκόμβωσε πολλούς», Mαλάλας A’ 395), (κομβωτής απατεώνας, κομβολύτης για λωποδύτες).2 Αποτελούσαν είδος αδελφότητας όπου τα γιατροσόφια και τα πορίσματα της εμπειρίας τους, αλλά και διάφορα φλιτούρια (χαρτιά) και μαγικά ξόρκια περνούσαν κατά κανόνα προφορικά από πατέρα σε γιο ή σε μαθητή. Μερικά γιατροσόφια γράφτηκαν αργότερα με τη συνεργασία μοναχών και προστέθηκαν σε αυτά προσευχές και εξορκισμοί. Διαιρούνταν σε δύο τάξεις: τους εξοχότατους και τους παρακατιανούς. Οι εξοχότατοι ήταν οι ικανότεροι, ποτέ δεν αμφέβαλαν και παρείχαν πάντα το ασφαλές φάρμακο.

Οι παρακατιανοί έκαναν εξορκισμούς ή χορηγούσαν αγιασμένα άνθη (Επιτάφιου, Άγιων Τόπων κ.λπ.). Οι Ζαγορίσιοι «καλογιατροί» συναγωνίζονταν τους σπουδαιότερους Έλληνες και Ευρωπαίους περιοδεύοντες γιατρούς. Ο Γάλλος πρόξενος Françcois Pouqueville στη δεύτερη περιηγητική του εξόρμηση (1806-1816) στα Ζαγοροχώρια τους περιγράφει ως εξής: «Στην περιοχή Λιασκοβέτσι2 είναι το φυτώριο και το σχολείο των εμπειρικών γιατρών, των καλούμενων καλογιατρών… Διδάσκονται από τις παραδόσεις, που μεταφέρονται από πατέρα σε γιο ή από τους μαθητές των καλογιατρών. Πραγματοποιούσαν ορισμένες επεμβάσεις (κι ας μην είχαν καμιά γνώση ανατομικής) με δεξιοτεχνία, που προκαλούσε κατάπληξη και στους πιο ικανούς χειρουργούς.

Τα εργαλεία τους ήταν ένα σιδερένιο ραβδάκι, που χρησιμοποιούταν ως καθετήρας, μια πένσα με ράμφος κοράκου για την εξαγωγή των αποσχίδων από τα κατάγματα των οστών και μία άλλη δακτυλιωτή πένσα και μερικά ξυράφια αντί για νυστέρια. Διέπρεπαν κυρίως στην εγχείρηση της βουβωνοκήλης. Πληρώνονταν προκαταβολικά τη μισή αμοιβή και έπαιρναν πάντοτε τον κηλικό σάκο, τον οποίο φούσκωναν, τον κρεμούσαν σε ένα καλάμι και τον παρουσίαζαν σαν σύμβολο της τέχνης τους, βάζοντας τους υπηρέτες τους να φωνάζουν μπαίνοντας στις πόλεις και στα χωριά: «Εδώ ο καλός γιατρός, έφτασε ο μεγάλος γιατρός που γιατρεύει τα σπασίματα και έχει τόσες… φούσκες»3 . Όταν ο εμπειρικός γιατρός εξέταζε, έπαιρνε σοβαρό ύφος, παράγγελνε στον ασθενή να βγάλει έξω τη γλώσσα του για να τη δει, ψηλαφούσε τον σφυγμό του, αφού έστρεφε το πρόσωπό του προς τους οικείους του, ενώ ο ίδιος στύλωνε το βλέμμα του προς το ταβάνι.

Μετά από κάποιες ακαταλαβίστικες λέξεις που πρόφερε, έλεγε τη διάγνωσή του. Όμως αυτή ήταν πάντοτε δυσάρεστη, γιατί με αυτόν τον τρόπο αποκτούσε υπόληψη και διατηρούσε το κύρος του. Το επόμενο βήμα κατά κανόνα ήταν η φλεβοτομή. Ο Διονύσιος Πύρρος, το 1831, γράφει χαρακτηριστικά για τις υπερβολικές αφαιμάξεις που γινόταν από αυτούς: «Όσα αίματα ελληνικά έχυσαν αυτοί οι ιατροί, δεν τα έχυσαν όλοι οι Άραβες του Ιμπραήμ και όσους ανθρώπους έστειλαν εις τον άλλον κόσμον, ούτε όλος ο πόλεμος έπεμψε τόσους». Σε περίπτωση που η γλώσσα του αρρώστου ήταν κιτρινωπή, έδινε καθαρτικό, ενώ αν η κοιλιά του ήταν μετεωρισμένη, έδινε «καθάρσιο».

Έπειτα έδινε οδηγίες στις γυναίκες του σπιτιού για το πως θα παίρνει ο άρρωστος τα φάρμακά του, αφού τα έβγαζε πρώτα όλα επάνω στο τραπέζι και τα ζύγιζε σε μια ζυγαριά, που κουβαλούσε μαζί του, με ασημένια σταθμά. Μετά από λίγες μέρες, εφ’ όσον ο άρρωστος εξακολουθούσε να ζει, επέστρεφε και έφερνε μαζί του σκόνες και βάμματα που χρωμάτιζαν και αρωμάτιζαν το νερό. Στα ιατρικά συμβούλια οι «καλογιατροί» μιλούσαν μπροστά στους αρρώστους και τους συγγενείς τους ιδιαίτερη γλώσσα, τα γνωστά κομπογιαννίτικα, που τους προσέδιδαν μεγάλη επισημότητα και κύρος. Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης αναφέρει σχετικά με τη χρήση κρυφής συνθηματικής γλώσσας από τους κομπογιαννίτες: «Θ’ απορήση ίσως κανείς που ακόμη και γιατροί, μαθητές του Ασκληπιού και του Ιπποκράτη, βρίσκονται ανακατεμένοι με τους κρυφογλωσσίτες, όπως απορούσα και εγώ μια φορά, όταν είχα την ευκαιρία να μυηθώ μια νυχτιά στη Δουμνίστα της Δωρίδας από ένα περιφερόμενο εμπειρικό γιατρό από τον Tέρνο για την κρυφή τους γλώσσα. Ίσως θα ήθελε κανείς να εξηγήση τη μυστική γλώσσα των γιατρών από την επιθυμία τους να μην καταλαβαίνη ο άρρωστος, όταν μιλούν μπροστά του για την αρρώστια.

Μήπως δε χρησίμευαν άλλοτε τα λατινικά για τον ίδιο σκοπό;»4 . Πολλές φορές ανάμεσα σε αυτούς τους πρακτικούς γιατρούς απαντώνται και κάποιοι «σπουδασμένοι» γιατροί, που ήταν όμως «τσαρλατάνοι» και πάσχιζαν με την εντυπωσιακή εμφάνισή τους να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πελατών τους. Ονομάζονταν κι αυτοί «καλογιατροί». Για αυτούς τους τελευταίους ο ιστοριοδίφης Κωνσταντίνος Σάθας γράφει: «Οι αρειμάνιοι αυτοί αγύρται ως επί το πλείστον Ιταλοί και Επτανήσιοι, περιβεβλημένοι πλατύγυρα επανωτά μπάρα, των οποίων αι μεν τριγωνοειδείς άκραι περιεδινούντο απαύστως ως γλωσσίδες ψαλίδος, αι δε πρόσθετοι επωμίδες ανεμιζόμεναι, εκροτάλιζον εκ των δίκην παρασήμων επικειμένων πλατέων μεταλλικών κομβίων και φορούντες μικρά υποδήματα περιεσφιγμένα δια θεατρικών κροσσίων και στενόν πανταλόνιον πεποικιλμένου δι’ οφιοειδώς περιεγραμμένων σειρητίων, ωμοίαζον προς Ισπανούς ταυρομάχους. Αλλά το χαρακτηριστικότερον γνώρισμα του “καλογιατρού” ήν το αριστοτελικώς εξυρισμένον αυτού πρόσωπον, το οποίον κωμικώς μορφάζων ανεδεύετο εντός πλατυτάτου περιλαιμίου ως κεφαλή χελώνης εξερχομένης και εισερχομένης εν τω οστράκω αυτής.

Έσερναν πάντοτε όνον βαστάζοντα εν είδει μιναρέ σανίδωμα εν ω επέκειντο σειραί πολυχρώμων φιαλιδίων και πυξιδίων βενετικής θηριακής. Καταλύων εν τω χανίω της κώμης ο καλογιατρός έβαλεν αμέσως τα χρωματιστά ομματογυάλια και εβυθίζετο εις ανάγνωσιν χονδροτάτου βιβλίου, ενώ ό του χωρίου κήρυξ συνήγε τους πάσχοντας βοών: Ήρθε και σε λίγο μισεύει ο καλός γιατρός της Φραγκιάς». Κατά μια άλλη περιγραφή του Κωνσταντίνου Σάθα, ο Ζαγορίσιος «καλογιατρός» εμφανιζόταν ως «περιβεβλημένος μέλαιναν μαλλιαρήν σεγούναν δια πράσινης ταινίας περιδέσμιων την εις δασείς πλοκάμους κυμαίνουσαν χαίτην του, λαλών την ακατανόητον κορακιστικήν γλώσσαν, συνοφρυωμένος και εν τη μορφή και τη χειρονομία. Και αφού εμοίραζε εις μεν τους πάσχοντας πράσινα σκονάκια, εις δε τους υγιείς το μυστηριώδες φιδόχορτον απήρχετο συνοδευόμενος υπό γενναίων προσφορών και γενναιοτέρων ευλογιών». Και συνεχίζει…

«έφεραν μεθ’ εαυτών βακτηρίαν το μεν ίνα προστατεύονται από των κυνών, το δε ίνα ανταπεξέρχονται προς τας επιθέσεις των μη θεραπευομένων πελατών και εφύλασσον τα φάρμακα εντός σάκκων, εξ ου και εκαλούντο “σακκουλαραίοι”, τα προσόντα του κομπογιαννίτη ήταν σοβαροφάνεια και ολιγολογία για να καλύπτεται η αμάθειά του, πονηρία, επιτήδευση τρόπων, ικανότητα ψεύδους και αποστήθισης μερικών κεφαλαίων από ιατροσόφια, που εξετόξευε όπου εγνώριζε ότι θα εντυπωσιάσουν, με τελικό σκοπό πάντα το χρηματισμό»5 . Άλλοτε οι κομπογιαννίτες θεωρούνται, όπως από τον Αδαμάντιο Κοραή ως πληγή της Ελλάδος που συνιστούσε για την αντιμετώπιση του προβλήματος στους δημογέροντες και στους επισκόπους να στέλνουν με έξοδά τους στην Ευρώπη νέους να σπουδάζουν ιατρική, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις οι εμπειρικοί αυτοί γιατροί εκτιμώνται από την επίσημη διοίκηση ισάξιοι με τους σπουδασμένους συναδέλφους τους. Από τον Δημήτριο Πυρρή στο χρονικό του για την πανούκλα του 1728 στη Ζάκυνθο σημειώνεται χαρακτηριστικά: «Στις 28 Φεβρουαρίου έκαμαν κονσούλτα (=συμβούλιο) ο Προβλεπτής (ή Προβλέπτης ή Proveditore = ανώτερος διοικητικός αξιωματούχος της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας), Σανιτάδες (=Υγειονόμοι, διοικητική Υπηρεσία) και οι “γιοτροί”. Λίγο αργότερα στις 2 Μαρτίου η υπηρέτρια ενός ασθενή έγινε κακά… με κεφαλάργια, αναγούλα και ξερατό και της επονούσαν και τα δύο παραδάγκαλα (=αδένες του λαιμού) και επρηστίκανε.

Επήγαν και εις αυτήν οι Σανιτάδες και οι Γιατροί και την είδαν και είπαν πως δεν έχει κακό και πως τα παραδάγκαλα επρήστηκαν από το μαστέλλο (=βυτιοειδές δοχείο). Ο δε Σαμαρίας ο Εβραίος, έμπειρος γιατρός, ορδινάρισε (=διέταξε) ένα γιατρικό και της έδωσε και είπε πως αν έχει πανούκλα, απόψε πεθαίνει, ειδέ και απόψε δεν πεθαίνει, δεν είναι πανούκλα. Όμως της έδωσαν το γιατρικό και τη νύχτα εκείνη απέθανε. Και ετότες έγινε μεγάλη σύγχυση εις τη χώρα». Από τα θεατρικά έργα της εποχής, όπως η «Κωμωδία των Ψευτογιατρών» που γράφτηκε το 1745 από τον Σαβόγια Ρούσμελη ή Σουρμελή, έχουμε πληροφορίες για τους Ζαγορίσιους κομπογιαννίτες.

Σύμφωνα με το έργο, τέσσερις εμπειρικοί γιατροί από την Ήπειρο φθάνουν στη Ζάκυνθο, διστακτικοί γιατί γνωρίζουν ότι εκεί εξασκούν την ιατρική επιστήμονες με σπουδές στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Αποφασίζουν να μείνουν αποκλείοντας την πιθανότητα μετάβασης στην αφιλόξενη Κέρκυρα, ή το νησί των πονηρών, την Κεφαλονιά, και καλούν τους κατοίκους κοντά τους εκθέτοντας την τέχνη τους, δηλαδή αυτοδιαφημιζόμενοι. Παίρνουν προκαταβολή από όλους είτε σε νομίσματα είτε σε κοσμήματα. Οι πελάτες τους, αντιπροσωπευτικοί τύποι της τότε κοινωνίας, υποφέρουν από τις πιο συνηθισμένες αρρώστιες της εποχής. Εκτός από την αποκατάσταση της κήλης και τη θεραπεία της φυματίωσης, υπόσχονται αντιμετώπιση ορθοπεδικών, δερματολογικών και ψυχολογικών παθήσεων.

Ασχολούνται ακόμη με τη στειρότητα των γυναικών, την αποκατάσταση της χαμένης παρθενιάς των κοριτσιών, ένα ζήτημα με κοινωνικές διαστάσεις, ισχυρίζονται ακόμη ότι θεραπεύουν τα αφροδίσια. Μέσα από το έργο που παρουσιάζει ρεαλιστική την κοινωνία της Ζακύνθου, προκύπτουν ιστορικά στοιχεία, όπως ονόματα γιατρών. Κάθε ήρωας του έργου αντιπροσωπεύει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας. Έχουμε τον φυματικό με τις αιμοπτύσεις, αυτόν που πάσχει από κήλη, τον κιτρινιάρη, τον τυφλό, τον ραχιτικό, το ζευγάρι με την προχωρημένη σύφιλη. Εξηγούν στον κάθε άρρωστο τη θεραπευτική μέθοδο που θα ακολουθήσουν.

Τον άρρωστο με την κήλη τον δένουν και του συνιστούν υπομονή για την ταλαιπωρία και τους πόνους, κάνουν τομή, αφαιρούν τον κηλικό σάκο, καυτηριάζουν την πληγή, βάζουν επιθέματα από επουλωτικά βάλσαμα. Στον «χλεμπονιάρη», δηλαδή αυτόν που έχει καχεξία, συνιστούν περιορισμένο αλλά εκλεκτό φαγητό, αποφυγή αλμυρών, αποχή από το νερό και τη σεξουαλική επαφή. Συστήνουν και γενικά θεραπευτικά μέσα (υποκλυσμό, έμπλαστρα, καθαρτικά). Τα θύματα της σύφιλης, της «μαλαφράντζας» βεβαιώνουν ότι θα αποκατασταθούν πλήρως με τη χρήση υδράργυρου, φυτικές ουσίες και καθαρτικά. Στο φυματικό, τον «χτικιασμένο» προτείνουν συνδυασμό φαρμάκων, αφεψημάτων, βαμμάτων.

Στον καμπούρη, «το σγόμπο», περιγράφουν ένα είδος νάρθηκα και «αχνίσματα» με λίπος φώκιας επί 40 ημέρες. Γενικά στα Επτάνησα την περίοδο της Ενετοκρατίας οι επιστημονικές θεραπευτικές μέθοδοι συναντούν τις παραδοσιακές. Στις παραδοσιακές θεραπευτικές συγκαταλέγονται οι βεντούζες, οι βδέλλες, τα έμπλαστρα, τα τσιρότα, τα καταπλάσματα, τα εκδόρια. Τα Επτάνησα όμως είχαν το προβάδισμα στις επωδές. Επωδή ή επαοιδή είναι ο λόγος που άδεται, τραγουδιέται ή ψάλλεται.

Στις επωδές ανήκουν τα ξόρκια και οι γητειές. Οι επωδές ήταν ήδη γνωστές από τον Όμηρο και τους Βυζαντινούς. Συχνά οι επωδές δεν χρησιμοποιούνταν μόνες του, αλλά σε συνδυασμό με τις φυσικές ιατρικές μεθόδους. Άλλοτε είχαν διαγνωστικό σκοπό, άλλοτε προγνωστικό, άλλοτε αποτελούσαν μέσα προστασίας από κάθε κακό (αρρώστιες, πνεύματα). Στις επωδές έχουμε επίκληση θείων δυνάμεων, αναφορές στην ασθένεια που θέλουμε να θεραπεύσουμε ή λόγια παρηγοριάς προς τον πάσχοντα.

Η ποιητική φύση των επτανησίων ίσως είναι η αιτία για τις αριστουργηματικές επωδές, θέτοντας απέναντι στην άσχημη αρρώστια τον ωραίο λόγο. Ουσιαστικά δεν υπήρχε πάθημα, που να μην έχει το αντίστοιχο ξόρκι του. Στις περισσότερες επωδές επιδιώκεται μόνο η απομάκρυνση της αρρώστιας. Έτσι παρόλο που η Βενετία με την ίδρυση φαρμακείων στα Επτάνησα συνέβαλε στη συρρίκνωση των λαϊκών θεραπευτικών μέσων, δεν μπόρεσε να επέμβει στη βαθιά εμπιστοσύνη που έδειχνε ο λαός στα ξόρκια του. Τις αρρώστιες τις περιέβαλλαν πολλές φορές με δεισιδαιμονίες.

Η επιληψία ή ο σεληνιασμός περιβάλλεται από ιερό φόβο. Η βασκανία θεωρείται σοβαρή αιτία αρρώστιας. Σκελίδες σκόρδου και φυλακτά είναι τα μαγικά αντικείμενα που θα διώξουν το «κακό μάτι» ή αντί για αυτά οι γυναίκες φτύνουν στον κόρφο τους. Τα φυλακτά είχαν ακόμη ιαματική και προφυλακτική δύναμη. Η δυσειδαιμονική και μαγική πίστη μαζί με την επίσημη θρησκεία ήταν πολλές φορές μία διέξοδος που ανακούφιζε ψυχολογικά και έδινε ελπίδα μέσα από κάποιες ενέργειες που οδηγούσαν σε πιθανή απομάκρυνση του κακού.

Για να απομακρύνει τις βαριές αρρώστιες ο λαός κάνει λιτανείες ή τάματα στους Αγίους. Κάποιοι Άγιοι θεωρούνται γιατροί ενός ειδικού νοσήματος, όπως ο Άγιος Σπυρίδων των αυτιών και των «σπυριών» των μικρών παιδιών, ο Άγιος Χαράλαμπος της λοιμικής ή σκορδούλας και των νόσων των ζώων, ο Άγιος Παντελεήμων είναι γιατρός των αρρώστων αλλά και των μικρών παιδιών. Γιατροί Άγιοι είναι ο Άγιος Τρύφωνας και οι Άγιοι Ανάργυροι «οι πρώτοι γιατροί του κόσμου», «γιατροί για όλες τις αρρώστιες που δεν αμείβονται». Η παρουσία της Παναγίας στη λαϊκή θεραπευτική είναι πολύ συχνή και η τελευταία ελπίδα του αρρώστου. Ακόμη το διάβασμα του ιερέα πίστευαν ότι προσέφεραν μεγάλη βοήθεια στον άρρωστο6 .

Αναμφισβήτητα ο τρόπος άσκησης του ιατρικού λειτουργήματος αντανακλά το status των κοινωνικών αξιών. Οποτεδήποτε υπήρξε «σκοταδισμός» και απαξίωση ιδεών μέσα σε ένα σαθρό πλαίσιο αξιών, άνθισε η εκμετάλλευση του αδυνάμου από τον ισχυρό. Στις μέρες μας που κλυδωνίζονται από ανακατατάξεις εννοιών και αξιών, οι κατευθύνσεις του ιπποκράτειου όρκου είναι πιο επίκαιρες από ποτέ.


Τεύχος 17 σελίδα 32 Πατήστε εδώ

Related Post