Λεύκη: Tι είναι, πώς θεραπεύεται και ποια η σχέση της με το σακχαρώδη διαβήτη

Η λεύκη αποτελεί τη συχνότερη επίκτητη διαταραχή της χροιάς του δέρματος, η οποία παρατηρείται σε όλες τις ηλικίες και φυλές, ενώ φαίνεται να πλήττει ένα ποσοστό της τάξης του 2% του πληθυσμού της χώρας μας, κυρίως στις ηλικίες μεταξύ 10-30 ετών.
Χαρακτηρίζεται από την αιφνίδια εμφάνιση καλώς περιγεγραμμένων, λευκών περιοχών του δέρματος εξαιτίας της απώλειας των μελανινοκυττάρων τους και ενώ ως πάθηση δεν συνδέεται με άλλα συστηματικά συμπτώματα, μπορεί λόγω της αισθητικής δυσμορφίας που προκαλεί, να επηρεάσει ιδιαίτερα αρνητικά τη ζωή και την ψυχική υγεία των πασχόντων

Πώς αναγνωρίζουμε κλινικά τη λεύκη;

Τα αρχικά συμπτώματα της λεύκης, όπως υποδηλώνει και το ίδιο το όνομα της δερματοπάθειας αυτής αφορούν την ξαφνική εμφάνιση λίγων συνήθως, καλώς περιγεγραμμένων κηλίδων σε περιοχές του δέρματος που πρωτύτερα εμφάνιζαν φυσιολογικό χρώμα.
Οι αποχρωματισμένες αυτές περιοχές παίρνουν το χρώμα του γάλακτος, ενώ αποχρωματίζονται και οι τρίχες που περικλείονται σε αυτές και το δέρμα που τις περιβάλλει γίνεται συνήθως σκουρότερο του φυσιολογικού.
Οι περιοχές του σώματος, που κατά κανόνα προσβάλλονται, είναι: τα σημεία γύρω από τα μάτια, τη μύτη, το στόμα και τον ομφαλό, τα ακάλυπτα σημεία του σώματος, όπως είναι τα χέρια, το πρόσωπο, ο λαιμός, η ραχιαία επιφάνεια των ποδιών, οι περιοχές τριβής και πίεσης όπως είναι τα γόνατα, οι αγκώνες, η μέση, οι πλευρές, αλλά και σημεία του δέρματος στα οποία προξενούνται τραυματισμοί, καθώς και η περιοχή των γεννητικών οργάνων.
Η πορεία που ακολουθεί η δερματοπάθεια αυτή είναι συνήθως προοδευτική, καθώς οι προσβεβλημένες περιοχές τείνουν να αυξηθούν σε αριθμό και μέγεθος, συρρέουν και ενώνονται καταλαμβάνοντας μεγάλο εμβαδό της επιφάνειας του δέρματος.
Η μορφή αυτή της λεύκης ονομάζεται γενικευμένη και είναι και η πλέον συχνή, ενώ πολύ σπάνια μπορεί να μετατραπεί σε καθολική με πλήρη αποχρωματισμό του δέρματος και των τριχών.

Υπάρχει ωστόσο και ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών που μπορεί να εμφανίζουν για πολλά χρόνια μόνο μια εντοπισμένη μορφή που χαρακτηρίζεται από την παρουσία λίγων λευκών κηλίδων και δεν εξελίσσεται.

Πού οφείλεται η ανάπτυξη της λεύκης;

Το ερώτημα αυτό, παρά τις έρευνες που έχουν γίνει για την παθογένεια της δερματοπάθειας αυτής, δεν έχει δυστυχώς απαντηθεί.
Ασφαλώς οφείλεται στην εξαφάνιση των μελανινοκυττάρων του άλλοτε υγιούς δέρματος, ενώ η κληρονομική προδιάθεση παίζει σημαντικότατο ρόλο, καθώς ένας στους πέντε νέους ασθενείς αναφέρει την ύπαρξη συγγενούς πρώτου βαθμού με λεύκη.

Οι μέχρι σήμερα μελέτες φαίνεται να καταλήγουν σε τρεις διαφορετικούς μηχανισμούς:

Η αυτοάνοση θεωρία είναι η επικρατέστερη και βασίζεται στην υπόθεση της δράσης του ανοσοποιητικού συστήματος έναντι των μελανινοκυττάρων, τα οποία παράγουν τη γνωστή μας μελανίνη στη δράση της οποίας οφείλεται κατά κύριο λόγο η χροιά του δέρματος.
Η υπόθεση αυτή υποστηρίζεται από το γεγονός ότι έχουν απομονωθεί εργαστηριακά στους πάσχοντες από λεύκη αυτοαντισώματα που στρέφονται εναντίον των μελανινοκυττάρων τους, αλλά και από το γεγονός ότι οι πάσχοντες από λεύκη φαίνεται να παρουσιάζουν αυξημένο ρυθμό παραγωγής κι άλλου τύπου αυτοαντισωμάτων, με αποτέλεσμα να συνυπάρχουν συχνά σε αυτούς κι άλλα αυτοάνοσα νοσήματα.

Τέτοιου τύπου αυτοάνοσα νοσήματα είναι ο υποθυρεοειδισμός (θυρεοειδίτιδα Hashimoto), ο υποπαραθυρεοειδισμός, η μυασθένεια Gravis, η νόσος του Addison, η γυροειδής αλωπεκία, αλλά και ο σακχαρώδης διαβήτης.
Φαίνεται δηλαδή, ότι στους πάσχοντες από λεύκη είναι μεγαλύτερος ο κίνδυνος συνύπαρξης ή αργότερα ανάπτυξης σακχαρώδους διαβήτη, στην παθογένεια του οποίου όπως είναι πλέον γνωστό, παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο οι αυτοάνοσοι μηχανισμοί με την ανάπτυξη αντισωμάτων έναντι των κυττάρων του παγκρέατος.
Για τον λόγο αυτό οι ασθενείς που προσέρχονται στον ειδικό δερματολόγο με πρόσφατη εμφάνιση λεύκης, θα πρέπει να εξετάζονται ενδελεχώς κλινικά και εργαστηριακά για το ενδεχόμενο συνύπαρξης σακχαρώδους διαβήτη ή και διαταραχής της ανοχής στη γλυκόζη, αλλά και των υπολοίπων αυτοάνοσων νοσημάτων που προαναφέρθηκαν.
Ειδικά δε για το ενδεχόμενο της ανάπτυξης σακχαρώδους διαβήτη με την πάροδο του χρόνου, οι ασθενείς θα πρέπει να προσέρχονται για τακτικούς ελέγχους.
• Η νευρογενής θεωρία υποστηρίζει ότι κάποιος χημικός παράγοντας που ελευθερώνεται στις απολήξεις των νεύρων ευθύνεται για την καταστροφή των μελανινοκυττάρων και την απώλεια του χρώματος.

Η θεωρία αυτή βασίζεται στην παρατήρηση ότι πολλοί πάσχοντες αναφέρουν ένα επεισόδιο έντονου στρες, συγκίνησης ή τραυματισμού πριν την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων της λεύκης, γεγονός που σημαίνει ότι κάποια ουσία που απελευθερώνεται στις απολήξεις των νεύρων στις συνθήκες αυτές δρα καταστροφικά για τα δερματικά κύτταρα, με συνέπεια την απώλεια της χροιάς.
• Τέλος, η θεωρία αυτοκαταστροφής των μελανινοκυττάρων υποστηρίζει ότι τα μελανινοκύτταρα των πασχόντων παρουσιάζουν ελαττώματα και ατέλειες των φυσικών μηχανισμών προστασίας, που φυσιολογικά θα έπρεπε να διαθέτουν απέναντι σε διάφορες περιβαλλοντικές τοξικές ουσίες.

Διάγνωση και πορεία της λεύκης

Η διάγνωση της λεύκης μετά την παρουσία των πρώτων υποχρωμικών κηλίδων, θα πρέπει να γίνει με τη συνεργασία ενός ειδικού δερματολόγου, καθότι υπάρχουν και πολλές άλλες διαταραχές της χροιάς του δέρματος που ομοιάζουν με τη λεύκη και οι οποίες μπορεί να είναι τελείως αθώες, όπως είναι η λευκή πιτυρίαση στα ατοπικά άτομα, η ποικιλόχρους πιτυρίαση που αποτελεί μια επιφανειακή μυκητίαση του δέρματος ή και η μεταφλεγμονώδης υπομελάγχρωση μετά από τραυματισμούς και δερματικές φλεγμονές.
Μπορεί όμως οι υποχρωμικές περιοχές να αποτελούν σημείο κάποιας άλλης πιο σοβαρής δερματοπάθειας όπως είναι η σκληροδερμία, η οζώδης σκλήρυνση ή ο σκληροατροφικός λειχήνας, όπου στις περιπτώσεις αυτές είναι καίριας σημασίας η έγκαιρη διάγνωση και η θεραπευτική αντιμετώπιση.
Όσον αφορά την πορεία της νόσου, αυτή είναι συνήθως αργή και προοδευτική, δύναται όμως σε κάποιες περιπτώσεις να πα ρουσιάσει γρήγορη και απρόβλεπτη εξέλιξη, καταλαμβάνοντας μεγάλες επιφάνειες του ανθρώπινου δέρματος, κυρίως στις περιοχές του προσώπου, των άκρων και στη γεννητική χώρα.

Το αισθητικό πρόβλημα που δημιουργείται είναι δυστυχώς σε πολλές περιπτώσεις τέτοιο που διαταράσσεται πολύ σοβαρά η ψυχική υγεία και η αυτοεκτίμηση των πασχόντων, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική τους ζωή.

Ποιες είναι σήμερα οι θεραπευτικές επιλογές στη λεύκη;

Καταρχήν στο σημείο αυτό, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι παρά το γεγονός ότι η λεύκη είναι μια δερματοπάθεια που παρουσιάζει ανθεκτικότητα και της οποίας η θεραπεία μπορεί να είναι δύσκολη και μακρόχρονη, υπάρχουν σήμερα πολλές θεραπευτικές επιλογές που μας δίνουν σημαντικά ποσοστά βελτίωσης.
Οπότε οι ασθενείς θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να ενθαρρύνονται να επισκέπτονται τον δερματολόγο τους και μαζί να αποφασίζουν για την πλέον κατάλληλη θεραπευτική μέθοδο.
Ορισμένα σημαντικά σημεία της θεραπείας που θα πρέπει να έχει υπόψη του ο ασθενής είναι ότι:

  1. ο επαναχρωματισμός του δέρματος, όποια θεραπευτική μέθοδος και να επιλεγεί, αποτελεί μια μακρόχρονη διαδικασία, επομένως οι ασθενείς δεν θα πρέπει να απογοητεύονται εύκολα και να εγκαταλείπουν τη θεραπευτική προσπάθεια,
  2. οι ασθενείς θα πρέπει να αποφεύγουν τους τραυματισμούς, καθώς τα σημεία του δέρματος που τραυματίζονται αποτελούν υποψήφιες θέσεις για την ανάπτυξη λεύκης.
    Επιπλέον, θα πρέπει να χρησιμοποιούν σχολαστικά αντιηλιακή προστασία, επειδή οι πάσχουσες περιοχές στερούνται μελανινοκυττάρων και επομένως μπορούν πολύ ευκολότερα να υποστούν ηλιακά εγκαύματα,
  3. το πρόσωπο, ο λαιμός, το σώμα και οι έντριχες περιοχές ανταποκρίνονται πολύ καλύτερα στη θεραπεία από ό,τι τα χέρια, οι αγκώνες, τα γόνατα και οι άτριχες περιοχές του σώματος.

Όσον αφορά τώρα στη θεραπευτική μέθοδο που θα επιλεγεί, αυτή αποτελεί συνάρτηση πολλών παραγόντων, όπως είναι η έκταση της λεύκης, η ηλικία του ασθενούς και το ψυχολογικό φορτίο που του προκαλεί η πάθησή του.
Και αυτό το αναφέρουμε, διότι στις περιπτώσεις που η λεύκη είναι εντοπισμένη σε μια μικρή περιοχή και φαίνεται να μην απασχολεί αισθητικά τον ασθενή, δεν είναι υποχρεωτική η έναρξη θεραπείας.
Αρκεί στις περιπτώσεις αυτές η κάλυψη των βλαβών με ειδικά προϊόντα make-up που είναι αδιάβροχα και σταθερά για πολλές ώρες και τα οποία όταν ο ασθενής μάθει να εφαρμόζει σωστά επιτυγχάνουν πολύ καλά αισθητικά αποτελέσματα, διευκολύνοντας την καθημερινότητά του.
Βέβαια στις περιπτώσεις αυτές δεν θα πρέπει να παραλείπεται η τακτική παρακολούθηση και ο ενδοκρινολογικός έλεγχος που προαναφέραμε.
Ωστόσο, στις περιπτώσεις των ασθενών που η λεύκη φαίνεται να επεκτείνεται σε μεγάλες επιφάνειες, στην περίπτωση των παιδιών με λεύκη και όταν οι πάσχοντες παρουσιάζουν σημαντική ψυχολογική επιβάρυνση, η έναρξη της θεραπείας είναι επιβεβλημένη.

Στην περίπτωση αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν:

  • Σκευάσματα τοπικών κορτικοστεροειδών, μέσης ή μεγάλης ισχύος, που εφαρμόζονται για 2-5 μήνες υπό συνεχή παρακολούθηση για να αποφευχθεί ο κίνδυνος ανάπτυξης ατροφίας του δέρματος (η μέθοδος αυτή μπορεί να εφαρμοστεί και σε παιδιά),
  • σκευάσματα τοπικών ανοσοτροποποιητικών (tacrolimus και pimecrolimus), τα οποία μπορούν να εφαρμοστούν και σε παιδιά για μεγάλα χρονικά διαστήματα, χωρίς τις παρενέργειες των κορτικοστεροειδών.
    Επιτυγχάνουν δε μέσω της αναστολής της αυτοάνοσης διαδικασίας πολύ καλό θεραπευτικό αποτέλεσμα,
  • συστηματικά κορτικοστεροειδή σε χαμηλή δόση, για 6-24 μήνες, όταν η νόσος εξελίσσεται πολύ γρήγορα,
  • η φωτοχημειοθεραπεία (PUVA), κατά την οποία ο ασθενής λαμβάνει συστηματικά ή εφαρμόζεται σε αυτόν τοπικά μια φωτοευαισθητοποιός ουσία (ψωραλένια) και στη συνέχεια ακτινοβολείται με UVA ακτινοβολία, με στόχο να διεγερθούν τα εναπομείναντα μελανινοκύτταρα και να παράγουν μελανίνη, οδηγώντας σε αποκατάσταση της χροιάς του δέρματος.
    Η μέθοδος αυτή επιτυγχάνει σημαντικότατη βελτίωση στο 50-70% των ασθενών, αλλά πρέπει να εφαρμόζεται μόνο από εξειδικευμένους δερματολόγους που θα αποφασίζουν για την προοδευτική αύξηση της δόσης της ακτινοβολίας και τη διάρκεια της θεραπείας και πάντα υπό στενή παρακολούθηση, καθότι ελλοχεύουν οι κίνδυνοι ναυτίας, εγκαυμάτων, φωτογήρανσης και φωτοτοξικότητας, καταρράκτη και ανάπτυξης δερματικών καρκίνων
  • πολύ καλά αποτελέσματα αν και πιο αργά σε σχέση με την PUVA θεραπεία επιτυγχάνονται και με την ακτινοβόληση των προσβεβλημένων περιοχών του ασθενούς με την UVB ακτινοβολία (narrow band UVB) και με το excimer laser.
    Η αρχή λειτουργίας και των δύο μεθόδων βασίζεται και πάλι στη διέγερση των μελανινοκυττάρων, χωρίς ωστόσο τη χρήση φωτοευαισθητοποιών ουσιών, με αποτέλεσμα να αποφεύγεται σημαντικά η φωτοτοξικότητα και οι μέθοδοι αυτοί να θεωρούνται ασφαλείς και για παιδιά, εγκύους, ηπατοπαθείς και νεφροπαθείς,
  • στην περίπτωση μικρών, σταθερών σε μέγεθος βλαβών μπορούν να χρησιμοποιηθούν χειρουργικά και μικρομοσχεύματα υγιούς δέρματος, τα οποία τοποθετούνται στην προσβεβλημένη περιοχή και ακολουθεί ακτινοβόληση με στόχο την αποκατάσταση της μελάγχρωσης.

Τέλος, υπάρχουν δυστυχώς και οι περιπτώσεις όπου η πάθηση έχει πλέον καταλάβει πολύ μεγάλο μέρος της επιφάνειας του σώματος και ανθίσταται σε κάθε θεραπευτική προσπάθεια.

Στα περιστατικά αυτά και μόνο εφόσον πρόκειται για ασθενείς μεγάλης ηλικίας μπορεί να προταθεί ο μόνιμος αποχρωματισμός του εναπομείναντος υγιούς δέρματος με τη χρήση τοπικού σκευάσματος υδροκινόνης 20% ή με την εφαρμογή του Q-switched ruby laser, έτσι ώστε ο ασθενής να αποκτήσει μια ομοιόμορφη λευκωπή χροιά δέρματος και να απαλλαγεί από τις ενοχλητικές δυσχρωμίες.

Καταλήγοντας, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η λεύκη είναι μια δερματοπάθεια που παρουσιάζεται στον πληθυσμό αρκετά συχνότερα από ό,τι πιστεύουμε και παρότι αποτελεί επί της ουσίας αισθητικό πρόβλημα, μπορεί να επηρεάσει σημαντικότατα την ψυχολογική κατάσταση του πάσχοντα, μειώνοντας την αυτοπεποίθησή του και καθιστώντας την καθημερινότητά του και την επαφή με τους γύρω του ιδιαίτερα προβληματική.
Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, η παρουσία λεύκης μπορεί να αποτελεί ένδειξη εμφάνισης κι άλλων αυτοάνοσων νοσημάτων και ενδοκρινοπαθειών, όποτε οι ασθενείς αυτοί πρέπει να βρίσκονται υπό παρακολούθηση από ομάδα λειτουργών υγείας που να αποτελείται από δερματολόγο, ενδοκρινολόγο και ψυχολόγο.
Η θεραπεία της λεύκης μπορεί μεν να είναι δύσκολη και μακρόχρονη, όμως καθώς όλο και περισσότερες εναλλακτικές και πειραματικές θεραπείες έρχονται στο προσκήνιο, οι ασθενείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται σε κάθε περίπτωση να προσέρχονται στον γιατρό τους και να επιλέγουν μαζί την καταλληλότερη για αυτούς μέθοδο που θα τους προσδώσει το καλύτερο θεραπευτικό αποτέλεσμα.


Τεύχος 16 σελίδα 34 Πατήστε εδώ

Related Post